|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο relief παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: tax
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | relief n | (alleviation) | ανακούφιση ουσ θηλ | | | In his depressed state, seeing his friend was a relief. | | | Ήταν μεγάλη ανακούφιση, μες στην κατάθλιψή του, να δει το φίλο του. | | relief n | (assistance) | αρωγή, βοήθεια, ενίσχυση ουσ θηλ | | | (χρηματικό ποσό) | βοήθημα ουσ ουδ | | | The organisation provides financial relief for survivors of natural disasters. | | | Ο οργανισμός παρέχει οικονομική αρωγή σε επιζώντες φυσικών καταστροφών. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι άνεργοι συνήθως παίρνουν βοήθημα απ' το κράτος. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | relief n | (replacement) | προϊόν αντικατάστασης φρ ως ουσ ουδ | | | Reliefs came when stock diminished. | | relief n | (pleasing change) | ανακούφιση ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | ξαλάφρωμα ουσ ουδ | | | My strict aunt's absence was a relief to me. | | relief n | (replacement person) | αντικαταστάτης, αντικαταστάτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | He couldn't leave his desk till his relief showed up. | | relief n | uncountable (rescue) | βοήθεια ουσ θηλ | | | After days in the wilderness, relief arrived in the form of a search team. | | relief n | (pressure release) | ανακούφιση ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | ξαλάφρωμα ουσ ουδ | | | The victim's family felt some relief when the culprit was caught. | | relief n | (art: projection) | ανάγλυφο ουσ ουδ | | | Some beautiful reliefs adorn the portal of the cathedral. | | relief n | (geography: difference in elevation) | ανάγλυφο ουσ ουδ | | | The Himalayan region is one of extreme relief. |
Ο όρος 'tax relief' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|